Study of Beelzebub's Tales

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Η τρίτη πτήση του Βεελζεβούλ στον πλανήτη Γη

Περίληψη

Στην τρίτη κάθοδο του Βεελζεβούλ από τον πλανήτη Άρη στον πλανήτη Γη, το σκάφος του Ευκαιρία κατέβηκε στη «Θάλασσα της Αφθονίας», όπως την ονόμαζαν εκείνη την εποχή και πήγε στην πόλη «Γκομπ», πρωτεύουσα των όντων που αποτελούσαν τη δεύτερη ομάδα της ηπείρου Ασίας, που ονομαζόταν εκείνη την περίοδο «Ασχάρκ», με σκοπό να ολοκληρώσει το σχέδιο του, που ήταν να ξεριζώσει από εκείνα τα αλλόκοτα τρίκεντρα όντα τη φοβερή συνήθεια να καταστρέφουν την ύπαρξη όντων με διαφορετικά συστήματα μυαλών.

Εκεί, στην πόλη «Γκομπ», ο Βεελζεβούλ βρήκε ένα νέο φίλο, που ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου Τσαϊχανέ. Όλο αυτό το διάστημα παρατηρούσε τα ήθη και τα έθιμα των όντων αυτής της δεύτερης ομάδας και μελετούσε τις λεπτομέρειες της θρησκείας τους· κι ακριβώς μέσω της θρησκείας τους αποφάσισε να πραγματοποιήσει το σχέδιό μου.

Μετά από ώριμους συλλογισμούς, θεώρησε απαραίτητο να προσθέσει κάτι στο «θρησκευτικό δόγμα» που υπήρχε εκεί κάτω, σκοπεύοντας να διαδώσει ανάμεσά τους τις νέες ιδέες του, όπως ακριβώς είχε κάνει κι ο σοφός αυτοκράτορας Κονιουτσιόν, για να ξεριζώσει από τα όντα αυτής της κοινότητας το πάθος του μασήματος των σπόρων του «Γκουλγκουλιάν».

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι οι θυσίες ελαττώθηκαν σε αυτή τη χώρα, έτσι ο Βεελζεβούλ αποφάσισε να φύγει από αυτή τη χώρα. Έπλευσε με τον Αχούν προς τις εκβολές του ποταμού «Νάρια-Τσι» και ξεκινώντας να πλέουν αντίθετα στο ρεύμα, φτάσανε τελικά σε μια μικρή πόλη που ονομαζόταν «Αργκουενία». Εκεί άρχισε, όπως πάντα, να συχνάζει στα διάφορα Τσαϊχανέ.

Κεφάλαιο.Σελίδα.Τόμος

20.182.Α

ΜΕΤΑ από μια σύντομη παύση, ο Βεελζεβούλ ξανάρχισε:

20.182.Α

— Αυτή τη φορά δεν έμεινα και πολύ στον πλανήτη Άρη· παρέμεινα σπίτι μου μόνο όσο χρειαζόταν για να δεχτώ τους νεοφερμένους, να τους μιλήσω, και για να δώσω ορισμένες εντολές γενικού χαρακτήρα.

20.182.Α

Αφού απαλλάχτηκα από αυτές τις υποχρεώσεις, ξανακατέβηκα στον πλανήτη σου με σκοπό να αποτελειώσω το σχέδιο μου, που ήταν να ξεριζώσω από εκείνα τα αλλόκοτα τρίκεντρα όντα τη φοβερή συνήθεια να καταστρέφουν την ύπαρξη όντων με διαφορετικά συστήματα μυαλών σαν αυτό να ήτανε θείο έργο.

20.182.Α

Στην τρίτη μου κάθοδο στον πλανήτη Γη, το σκάφος μας Ευκαιρία δεν κατέβηκε στην Κολχίδιο θάλασσα — τη σημερινή Κασπία — αλλά στη «Θάλασσα της Αφθονίας», όπως την ονόμαζαν εκείνη την εποχή.

Πήρα αυτή την απόφαση, διότι τούτη τη φορά ήθελα να πάω στην πρωτεύουσα των όντων που αποτελούσαν τη δεύτερη ομάδα της ηπείρου Ασχάρκ — στην πόλη «Γκομπ», που βρισκόταν στις νοτιοανατολικές ακτές εκείνης της θάλασσας.

20.182.Α

Εκείνα τα χρόνια η «Γκομπ» ήταν μια μεγαλούπολη, φημισμένη σε όλο τον πλανήτη για τα βαρύτιμα «υφάσματα» και «κοσμήματα» που κατασκεύαζε.

Απλωνόταν στις δύο όχθες των εκβολών ενός μεγάλου ποταμού, του· «Κέρια-Τσι», που πήγαζε από τα βουνά στα ανατολικά της χώρας, και χυνόταν στη «Θάλασσα της Αφθονίας».

Στα δυτικά αυτής της θάλασσας χυνόταν ένας άλλος μεγάλος ποταμός που ονομαζόταν «Νάρια-Τσι».

Τα όντα που ανήκαν στη δεύτερη ομάδα της ηπείρου Ασχάρκ ζούσαν κυρίως στις κοιλάδες αυτών των δύο μεγάλων ποταμών.

20.183.Α

Αν θέλεις, καλό μου παιδί, θα σου διηγηθώ την ιστορία αυτών των όντων, είπε ο Βεελζεβούλ στο Χασίν.

20.183.Α

— Ναι, παππού, ναι!… Θα την ακούσω με πολύ ενδιαφέρον και θα σε ευγνωμονώ.

20.183.Α

Τότε ο Βεελζεβούλ άρχισε:

— Εδώ και πάρα πολύ καιρό — πριν από την περίοδο στην οποία αναφέρεται η αφήγηση μου, και πολύ πριν τη δεύτερη μεγάλη καταστροφή που υπέστη ο δυστυχισμένος εκείνος πλανήτης, την εποχή που η ήπειρος της Ατλαντίδος ήταν ακόμη στις μεγάλες της δόξες — ένα συνηθισμένο τρίκεντρο ον αυτής της ηπείρου «ανακάλυψε», όπως μου έδειξαν αργότερα οι έρευνές μου, ότι το κοπανισμένο κέρατο ενός όντος ορισμένης εξωτερικής μορφής, που ονομαζόταν «πιρμαράλ», ήταν πολύ δραστικό φάρμακο για κάθε είδους «ασθένεια». Στη συνέχεια, διάφοροι «ιδιότροποι» διάδωσαν παντού επάνω στον πλανήτη σου αυτή την «ανακάλυψη». Ταυτόχρονα κρυσταλλωνόταν σιγά-σιγά, στο νου των συνηθισμένων όντων, ένας παράγοντας πρωτοβουλίας εντελώς απατηλός, ο οποίος αργότερα συνετέλεσε στη συγκρότηση — μέσα στη συνολική παρουσία όλων των ευνοουμένων σου και κυρίως των σημερινών — του «νου» που διαθέτουν σήμερα όταν είναι «ξυπνητοί», και καθορίζει σε μεγάλο ποσοστό τις συχνές αλλαγές των πεποιθήσεών τους.

20.183.Α

Κάτω από την επίδραση αυτού του παράγοντα που είχε κρυσταλλωθεί στην παρουσία τους, τα τρίμυαλα όντα εκείνης της εποχής απέκτησαν τη συνήθεια να «χορηγούν» αυτά τα κοπανισμένα κέρατα σε όλους τους «αρρώστους», όπως τους λένε οι ευνοούμενοί σου.

20.183.Α

Είναι αξιοσημείωτο ότι εκεί κάτω υπάρχουν ακόμη «πιρμαράλ»· αλλά τα σημερινά όντα τα κατατάσσουν απλώς στην κατηγορία των όντων που ονομάζουν «ελάφια» — χωρίς να τους δίνουν κάποιο ιδιαίτερο όνομα.

20.183.Α

Λοιπόν, παιδί μου, τα όντα της Ατλαντίδος, αφού εξόντωσαν πολλά από αυτά τα «πιρμαράλ», ή «ελάφια», για να τους πάρουν τα κέρατα, κατάφεραν σύντομα να τα αφανίσουν τελείως.

Τότε ορισμένα όντα της Ατλαντίδος που το επάγγελμά τους ήτανε «κυνηγοί», έφυγαν για να τα αναζητήσουν σε άλλες ηπείρους και σε άλλα νησιά.

20.184.Α

Αυτό το κυνήγι παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες. Χρειάζονταν πολυάριθμοι διώκτες για να παγιδέψουν τα πιρμαράλ· έτσι, λοιπόν, εκείνους τους επαγγελματίες τους βοηθούσε όλη η οικογένειά τους.

Και μια ωραία πρωία, πολλές τέτοιες οικογένειες, αφού συνενώθηκαν, πήγαν να κυνηγήσουν πιρμαράλ στη μακρινή ήπειρο «Ιρανάν», η οποία, μετά τη δεύτερη καταστροφή που την είχε τόσο αναστατώσει, ονομάστηκε «ήπειρος Ασχάρκ», και σήμερα οι ευνοούμενοί σου την ονομάζουν «Ασία».

20.184.Α

Για να καταλάβεις καλύτερα τις ιστορίες που θα ακολουθήσουν, πρέπει να μάθεις ότι κατά τη διάρκεια της δεύτερης γήινης καταστροφής, μετά από διάφορες διαταραχές, ορισμένα τμήματα της ηπείρου Ιρανάν καταποντίστηκαν μέσα στα έγκατα του πλανήτη, ενώ στη θέση τους αναδύθηκαν άλλες στεριές που προξένησαν σημαντικές διαφοροποιήσεις, και έτσι η επιφάνεια της έγινε ίση σχεδόν με εκείνη της ηπείρου Ατλαντίδος πριν την εξαφάνισή της.

20.184.Α

Τότε λοιπόν, παιδί μου, η ομάδα των κυνηγών, ακολουθώντας με τις οικογένειές τους τα κοπάδια των πιρμαράλ, έφθασε στις ακτές της υδάτινης έκτασης που αργότερα ονομάστηκε «Θάλασσα της Αφθονίας».

Κι αυτή η θάλασσα, με τις εύφορες και μαγευτικές της ακτές τους άρεσε τόσο πολύ ώστε δεν θέλησαν να ξαναγυρίσουν πίσω στην Ατλαντίδα, κι από τότε εγκαταστάθηκαν σ’ εκείνους τους τόπους.

20.184.Α

Εκείνη την εποχή, αυτή η χώρα ήταν πράγματι τόσο εξαίσια και τόσο «Σουπτανιναλνιανή» για τη συνηθισμένη οντική ύπαρξη, ώστε γοήτευε κάθε ον που σκεφτόταν, έστω και ελάχιστα.

Σ’ εκείνη τη γη υπήρχαν τότε αναρίθμητα κοπάδια από τα δίμυαλα όντα που ονομάζονταν «πιρμαράλ»· γύρω μάλιστα από εκείνη την υδάτινη έκταση υπήρχε πλούσια βλάστηση και πάρα πολλά δέντρα, που οι καρποί τους έδιναν στους ευνοουμένους του τα βασικά συστατικά της «πρώτης οντικής τροφής» τους.

20.184.Α

Ταυτόχρονα οι ακτές ήταν γεμάτες από τέτοια πλήθη μονόμυαλων και δίμυαλων όντων από τα ονομαζόμενα «πουλιά», που όταν πετούσαν κοπαδιαστά ο «ουρανός σκοτείνιαζε τελείως», όπως έλεγαν.

20.184-5.Α

Μέσα στα νερά της «Θάλασσας της Αφθονίας», που βρίσκονταν στο κέντρο της χώρας, τα ψάρια ήταν τόσο άφθονα που μπορούσες να τα πιάσεις σχεδόν με τα χέρια σου.

20.185.Α

Όσο για το έδαφος των ακτών και των κοιλάδων, όπου κυλούσαν τα δύο μεγάλα ποτάμια, αρκεί να σου πω ότι το παραμικρότερο τμήμα του ήταν τόσο γόνιμο ώστε μπορούσε εκεί να φυτρώσει οτιδήποτε.

20.185.Α

Με λίγα λόγια, όλη εκείνη η χώρα και το κλίμα της άρεσαν τόσο πολύ στους κυνηγούς και στις οικογένειές τους που κανένας τους δεν ήθελε πια να επιστρέψει στην ήπειρο Ατλαντίδα· εγκαταστάθηκαν λοιπόν σ’ εκείνα τα μέρη, προσαρμόστηκαν ταχύτατα στις συνθήκες το περιβάλλοντος, πολλαπλασιάστηκαν, και περνούσαν από τότε, όπως λένε, «ζωή χαρισάμενη».

20.185.Α

Πρέπει τώρα να σου αναφέρω μια σπάνια σειρά συμπτώσεων, που αργότερα είχε σημαντικές επιπτώσεις τόσο στους προγόνους της δεύτερης ομάδας όσο και στους πιο μακρυνούς τους απογόνους.

20.185.Α

Την εποχή που οι κυνηγοί των πιρμαράλ αποφάσισαν να εγκατασταθούν στις ακτές της Θάλασσας της Αφθονίας, εκεί βρισκόταν ήδη ένα πολύ σημαντικό ον από την ήπειρο της Ατλαντίδος, το οποίο, με την ιδιότητα του «Αστροσοβόρ», ανήκε σε μια «σοφή εταιρία», όμοια της οποίας δεν έχουμε ξαναδεί και ίσως να μη δούμε ποτέ πια πάνω στη Γη.

20.185.Α

Αυτή η σοφή εταιρία ονομαζόταν «Αχαλντάν».

20.185.Α

Η αιτία που είχε οδηγήσει αυτόν τον «Αχαλντανό» στις ακτές της Θάλασσας της Αφθονίας, ήταν η ακόλουθη:

20.185.Α

Λίγο πριν τη δεύτερη καταστροφή, οι αληθινοί σοφοί της Ατλαντίδος, οι ιδρυτές εκείνης της πραγματικά μεγάλης Αχαλντανικής εταιρίας, υπολόγισαν ότι κάτι πολύ σοβαρό θα συνέβαινε σε λίγο πάνω στον πλανήτη τους· άρχισαν λοιπόν να παρατηρούν προσεκτικά όλα τα φυσικά φαινόμενα του περιβάλλοντος· αλλά παρόλες τις προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι ακριβώς θα γινόταν.

Λίγο αργότερα, έστειλαν ορισμένα μέλη τους στις άλλες ηπείρους και στα άλλα νησιά, με την ελπίδα ότι, με το σύνολο των παρατηρήσεών τους, θα ξεκαθάριζαν ποιος ήταν ο επικείμενος κίνδυνος.

20.185-6.Α

Ήταν απαραίτητο να μελετήσουν όχι μόνο τις φυσικές διεργασίες του πλανήτη Γη, αλλά και όλα τα «ουράνια φαινόμενα», όπως τα έλεγαν.

Ένας από αυτούς, εκείνο το σημαντικό ον για το οποίο μίλησα, έχοντας διαλέξει την ήπειρο Ιρανάν για να κάνει τις παρατηρήσεις του, είχε μεταναστεύσει εκεί με τους υπηρέτες του και εγκαταστάθηκε στις ακτές της υδάτινης έκτασης που αργότερα ονομάστηκε Θάλασσα της Αφθονίας.

20.186.Α

Τούτο λοιπόν το σοφό μέλος της εταιρίας Αχαλντάν, όταν μια μέρα συνάντησε στις ακτές εκείνης της θάλασσας μερικούς από τους κυνηγούς μας, έμαθε ότι κι εκείνοι προέρχονταν από την ήπειρο της Ατλαντίδος. Και όπως ήταν φυσικό, χάρηκε πολύ, και σύντομα έγιναν φίλοι.

20.186.Α

Όταν λοιπόν η ήπειρος Ατλαντίδα καταποντίστηκε στα βάθη του πλανήτη, αυτός ο σοφός Αχαλντανός, μη ξέροντας πια πού να επιστρέψει, έμεινε μαζί με τους κυνηγούς σ’ εκείνη τη χώρα η οποία ονομάστηκε Μαραλπλεϊσίς.

20.186.Α

Εκείνη η ομάδα των κυνηγών εξέλεξε αυτόν το σοφό ως αρχηγό τους, γιατί ήταν ο πιο συνετός· κι ακόμη αργότερα, τούτο το μέλος της μεγάλης εταιρίας Αχαλντάν παντρεύτηκε τη Ριμάλα, την κόρη ενός κυνηγού, δημιουργώντας έτσι τις καταβολές της δυναστείας της δεύτερης ομάδας της ηπείρου Ασχάρκ, ή όπως λέγεται σήμερα, της Ασίας.

20.186.Α

Πέρασε πολύς καιρός.

20.186.Α

Γενιές και γενιές τρίμυαλων όντων γεννήθηκαν και χάθηκαν σ’ εκείνη τη χώρα, όπως άλλωστε και παντού, και το γενικό επίπεδο του ψυχισμού αυτής της ομάδας των γήινων όντων υψωνόταν και χαμήλωνε ανάλογα με τις εποχές.

20.186.Α

Εκείνα τα όντα πολλαπλασιάστηκαν και διασκορπίστηκαν προοδευτικά μέσα στη χώρα· τα περισσότερα εγκαταστάθηκαν, όπως σου έχω ήδη πει, στις ακτές της Θάλασσας της Αφθονίας και στις κοιλάδες των δύο μεγάλων ποταμών που χύνονταν εκεί.

20.186-7.Α

Πολύ αργότερα σχημάτισαν στα νοτιοανατολικά της θάλασσας ένα κέντρο ομαδικής ύπαρξης, που το ονόμασαν πόλη «Γκομπ». Και αυτή η πόλη έγινε ο κύριος τόπος διαμονής των αρχηγών τους, τους οποίους πρώτα αυτά τα όντα ονόμασαν «αυτοκράτορες».

Η εξουσία του αυτοκράτορα ήταν κληρονομική και πήγαζε από τον πρώτο αρχηγό που είχαν εκλέξει, το σοφό εκείνο μέλος της εταιρίας των Αχαλντανών.

20.187.Α

Στην περίοδο κατά την οποία εκτυλίσσεται η αφήγησή μου, αυτοκράτορας των όντων εκείνης της ομάδας ήταν ο εγγονός του δισέγγονου αυτού του σοφού, που ονομαζόταν Κονιουτσιόν.

20.187.Α

Οι διεξοδικές αναζητήσεις και έρευνες μου μου αποκάλυψαν, αργότερα ότι ο αυτοκράτορας Κονιουτσιόν, για να ξεριζώσει ένα «τρομαχτικό» κακό που εμφανίστηκε ανάμεσα στα όντα τα οποία έγιναν υπήκοοι του από θέλημα της μοίρας, έλαβε ένα σοφότατο και πολύ ευεργετικό μέτρο.

Ιδού ο λόγος που έλαβε το σοφό μέτρο.

20.187.Α

Κάποια μέρα ο αυτοκράτορας Κονιουτσιόν διαπίστωσε ότι τα όντα της κοινότητάς του γίνονταν όλο και λιγότερο ικανά για εργασία, ενώ αυξάνονταν οι κλοπές, τα σκάνδαλα, η βία και πολλές άλλες εκδηλώσεις που δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ στο παρελθόν, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

20.187.Α

Αυτές οι διαπιστώσεις αιφνιδίασαν και λύπησαν τον αυτοκράτορα Κονιουτσιόν, ο οποίος άρχισε να σκέφτεται πολύ και αποφάσισε να ανακαλύψει την αιτία αυτού του τόσο θλιβερού φαινομένου.

20.187.Α

Μετά από μακρόχρονες παρατηρήσεις κατάλαβε τελικά ότι αιτία όλων αυτών ήταν η νέα συνήθεια που είχαν αποκτήσει τα όντα της κοινότητάς του να μασουλάνε τα σπόρια ενός φυτού που τότε ονομαζόταν «Γκουλγκουλιάν». Αυτός ο επιπλανητικός σχηματισμός ανθίζει ακόμη και σήμερα εκεί κάτω, και όσοι από τους ευνοουμένους σου θεωρούνται «καλά πληροφορημένοι» τον ονομάζουν «Παπαβερούν»· ενώ οι άλλοι απλούστατα τον λένε «άνθος της παπαρούνας».

Τα όντα της Μαραλπλεϊσίς είχαν λοιπόν ένα πάθος για τα σπόρια αυτού του επιπλανητικού σχηματισμού — και κυρίως για όσα εμάζευαν την περίοδο της «ωρίμανσης», όπως έλεγαν.

20.187-8.Α

Κατά τη διάρκεια των προσεκτικών παρατηρήσεων και ερευνών του, ο αυτοκράτορας Κονιουτσιόν αντιλήφθηκε ξεκάθαρα ότι εκείνοι οι σπόροι περιείχαν «κάτι» το οποίο είχε τη δύναμη να τροποποιεί ριζικά, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, όλες τις συνήθειες που είχε αποκτήσει ο ψυχισμός τους. Άρχιζαν λοιπόν να βλέπουν, να καταλαβαίνουν, να αισθάνονται, να νιώθουν και να ενεργούν τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι συνήθως.

Έτσι, ένας κόρακας τους φαινόταν ότι είναι παγώνι· ένας κουβάς νερό, θάλασσα· μια κακοφωνία, μουσική· έπαιρναν την καλοσύνη για εχθρότητα, μια προσβολή για αγάπη, και πάει λέγοντας…

20.188.Α

Αφού επείσθηκε τελείως γι’ αυτά, ο αυτοκράτορας Κονιουτσιόν αμέσως έστειλε παντού μερικούς πιστούς υπηκόους του, διαλεγμένους από το στενό του περιβάλλον, για να απαγορεύσουν αυστηρά εν ονόματί του, στα όντα της κοινότητάς του να μασούν τα σπόρια εκείνου του φυτού· είχε ακόμα προβλέψει ποινές και κυρώσεις για όσους θα παρέβαιναν τις διαταγές του.

20.188.Α

Χάρη σ’ αυτά τα μέτρα, το μάσημα των σπόρων φάνηκε να ελαττώνεται στη χώρα της Μαραλπλεϊσίς.

Αλλά γρήγορα κατάλαβαν ότι δεν ελαττωνόταν παρά μόνο επιφανειακά· στην πραγματικότητα ο αριθμός αυτών που μασούσαν αυξανόταν ασταμάτητα.

Βλέποντάς το αυτό ο αυτοκράτορας Κονιουτσιόν αποφάσισε να τιμωρήσει ακόμη αυστηρότερα τους απείθαρχους· ενίσχυσε την επιτήρηση των υπηκόων του και έγινε δυο φορές πιο αυστηρός στην εκτέλεση των ποινών.

Άρχισε να γυρίζει μέσα στη Γκομπ, ανακρίνοντας ο ίδιος τους ενόχους και επιβάλλοντάς τους διάφορες ποινές, ηθικές και σωματικές.

20.188.Α

Αλλά δεν μπορούσε να πετύχει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ο αριθμός εκείνων που μασούσαν μεγάλωνε συνέχεια, τόσο μέσα στην πόλη της Γκομπ όσο και σε όλες τις περιοχές της επικράτειας, και καθημερινά τον πλημμύριζαν αναφορές από παντού.

20.188.Α

Έγινε λοιπόν φανερό ότι πάρα πολλά τρίμυαλα όντα, που ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν υποκύψει σ’ αυτή τη συνήθεια, άρχιζαν τώρα να την δοκιμάζουν σπρωγμένα μόνο από «περιέργεια» — που είναι μια από τις ιδιαιτερότητες του ψυχισμού των τρίμυαλων όντων του πλανήτη που τόσο σου αρέσει — δηλαδή μόνο και μόνο για να γνωρίσουν το αποτέλεσμα αυτών των σπόρων, των οποίων η χρήση είχε απαγορευτεί και ο αυτοκράτορας την τιμωρούσε με τόση αυστηρότητα και επιμονή.

20.188-9.Α

Ας υπογραμμίσουμε, επ’ ευκαιρία, ότι η «περιέργεια» που χαρακτηρίζει την ψυχή των ευνοουμένων σου, η οποία και άρχισε να κρυσταλλώνεται αμέσως μετά την καταστροφή της Ατλαντίδος, δε λειτουργούσε σε κανένα από τα όντα των περασμένων εποχών τόσο έντονα όσο στα σημερινά τρίμυαλα όντα εκεί κάτω, τα οποία έχουν, μα την πίστη μου, περισσότερη κι απ’ όσες τρίχες έχουν τα «Τουσούκ».

20.189.Α

Έτσι, παιδί μου:

20.189.Α

Όταν ο σοφός αυτοκράτορας Κονιουτσιόν πείστηκε τελικά ότι ήταν αδύνατο να ξεριζώσει το πάθος του μασήματος των σπόρων του «Γκουλγκουλιάν» με το φόβο ποινών, κι αφού αναγνώρισε ότι το μόνο αποτέλεσμα που πέτυχε ήταν ο θάνατος ενός μικρού αριθμού ενόχων, ανέστειλε όλα τα μέτρα που είχε πάρει και ξανάρχισε να συλλογίζεται στα σοβαρά να βρει κάποιο άλλο μέσο πιο αποτελεσματικό για να καταστρέψει αυτό το κακό, το τόσο ολέθριο για την κοινότητά του.

20.189.Α

Όπως έμαθα πολύ αργότερα από ένα αρχαίο μνημείο που είχε παραμείνει ανέπαφο, ο μεγάλος αυτοκράτορας Κονιουτσιόν κλείστηκε μέσα στο δωμάτιο του για δεκαοχτώ μέρες χωρίς να πιεί και να φάει, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο από το να σκέφτεται.

20.189.Α

Ο αυτοκράτορας Κονιουτσιόν, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες έρευνές μου, όσο έβλεπε τις υποθέσεις της κοινότητάς του να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, τόσο περισσότερο επιθυμούσε να βρει αυτό το μέσο.

Τα όντα που υπέκυπταν σ’ αυτό το πάθος δεν εργάζονταν σχεδόν καθόλου· οι εισπράξεις του θησαυροφυλακίου είχαν σταματήσει και η χρεωκοπία φαινόταν αναπόφευκτη.

20.189.Α

Τελικά, ο σοφός αυτοκράτορας αποφάσισε να παλέψει ενάντια στη συμφορά με πλάγιο τρόπο, παίζοντας με τις αδύναμες χορδές του ψυχισμού των όντων της κοινότητάς του. Έτσι επινόησε ένα «θρησκευτικό δόγμα», από τα πιο πρωτότυπα, τέλεια προσαρμοσμένο στην ψυχή των όντων εκείνης της εποχής· κι έπειτα μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του για να διαδώσει αυτή την επινόηση στους υπηκόους του.

20.189.Α

Το θρησκευτικό του δόγμα έλεγε, ότι μακριά από την ήπειρο Ασχάρκ βρισκόταν ένα μεγάλο νησί πάνω στο οποίο υπήρχε ο «Κύριος Θεός» μας.

20.189-90.Α

Πρέπει να μάθεις ότι, εκείνη την εποχή, κανένα από τα συνηθισμένα γήινα όντα δεν υποπτευόταν ότι υπήρχαν κι άλλες κοσμικές συγκεντρώσεις πέρα από τον πλανήτη τους.

Τα όντα του πλανήτη Γη εκείνης της εποχής είχαν πεισθεί ότι τα «μικρά φωτεινά σημαδάκια» που μόλις διέκριναν μακριά μέσα στο διάστημα, δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά το σχέδιο του «πέπλου του Σύμπαντος», δηλαδή του πέπλου του πλανήτη τους, αφού, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους, ολόκληρο το Σύμπαν περιοριζόταν, όπως σου είπα, μόνο στον πλανήτη τους.

Πίστευαν ακόμη ότι αυτό το «πέπλο» στηριζόταν σαν «Κάλυπτρο» από ειδικούς στήλους, των οποίων οι βάσεις ακουμπούσαν στη γη.

20.190.Α

Σύμφωνα με το πρωτότυπο δόγμα του σοφού αυτοκράτορα Κονιουτσιόν, ο «Κύριος Θεός» είχε σκόπιμα τοποθετήσει στις ψυχές μας τα όργανα και τα μέλη που έχουμε σήμερα, τόσο για να μας προφυλάξει από τα έξω όσο και για να μας επιτρέψει να Τον υπηρετήσουμε αποτελεσματικά — και όχι μόνον Αυτόν, αλλά και τις ψυχές τις οποίες είχε ήδη πάρει στο νησί Του.

20.190.Α

«Στην πραγματικότητα», έλεγε αυτό το Δόγμα, «όταν πεθάνουμε και η ψυχή μας απελευθερωθεί απ’ όλα τα πρόσθετα μέρη με τα οποία είναι συνδεδεμένη, γίνεται τέτοια που θα έπρεπε να είναι· τότε παραλαμβάνεται αιχμάλωτη αμέσως σ’ εκείνο το νησί, και ανάλογα με τον τρόπο που έζησε όσον καιρό είχε τα όργανα και τα μέλη της στην ήπειρό μας την Ασχάρκ, ο Κύριος Θεός μας της καθορίζει τη θέση που της ταιριάζει για τη μετέπειτα ύπαρξή της.

20.190.Α

«Αν η ψυχή εκπλήρωσε έντιμα και ευσυνείδητα τις υποχρεώσεις της, ο Κύριος Θεός τη δέχεται πάνω στο νησί Του, για να εξακολουθήσει εκεί την ύπαρξή της· αλλά η ψυχή που έχασε το χρόνο της εδωπέρα στην ήπειρο Ασχάρκ, αυτή που έδωσε δείγματα τεμπελιάς και αμέλειας απέναντι στις υποχρεώσεις της, αυτή με λίγα λόγια που δεν έζησε παρά μόνο για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες των επιπρόσθετων μερών της, ή, απλούστερα, που δεν ακολούθησε τις εντολές Του — αυτή την ψυχή, ο Κύριος Θεός μας τη στέλνει για το υπόλοιπο της ύπαρξής της επάνω σε ένα γειτονικό νησάκι.

20.190-1.Α

«Έτσι, εδώ στην ήπειρο Ασχάρκ υπάρχουν πολλά “πνεύματα”, διαλεγμένα από το στενό περιβάλλον Του, τα οποία πηγαινοέρχονται ανάμεσά μας, καλυμμένα με το “σκουφί-που-σε-κάνει-αόρατο”, το οποίο τους επιτρέπει να μας παρατηρούν ασταμάτητα και να αποκαλύπτουν στον Κύριο Θεό όλες μας τις ενέργειες και να Του δίνουν την αναφορά τους την ημέρα της “Τελικής Κρίσης”.

«Από αυτά τα πνεύματα δεν έχουμε τη δυνατότητα να κρύψουμε το παραμικρό, ούτε τις ενέργειές μας ούτε και τις προθέσεις μας».

20.191.Α

Έλεγε ακόμη ότι η ήπειρος Ασχάρκ, καθώς και οι άλλες ήπειροι και τα νησιά του κόσμου, είχαν δημιουργηθεί από τον Κύριο Θεό αποκλειστικά και μόνο για να υπηρετούν τον ίδιο και τις άλλες άξιες «ψυχές» που κατοικούσαν ήδη πάνω στο νησί Του.

«Όλες οι ήπειροι και τα νησιά του κόσμου είναι, κατά κάποιον τρόπο τόποι προετοιμασίας και αποθήκες για καθετί που είναι απαραίτητο στο νησί Του.

20.191.Α

«Το νησί επάνω στο οποίο υπάρχει ο Κύριος Θεός, μαζί με τις άξιες “ψυχές”, ονομάζεται “Παράδεισος”· και η ύπαρξη εκεί είναι πραγματική “απόλαυση”…

«Εκεί όλοι οι ποταμοί είναι από γάλα και όλες οι όχθες από κρέμα σαντιγύ. Δεν υπάρχει λόγος εκεί να εργάζεσαι ούτε να κουράζεσαι. Βρίσκει κανείς καθετί που του είναι απαραίτητο για την ευτυχέστερη, την πιο αμέριμνη, τη μακαριότερη των υπάρξεων, διότι εκεί τα έχουν προμηθευτεί πλουσιοπάροχα όλα, από την ήπειρό μας και από τα άλλα νησιά του κόσμου.

«Το νησί του “Παραδείσου” ξεχειλίζει από νέες και ωραίες γυναίκες απ’ όλες τις φυλές και όλους τους λαούς του κόσμου· και οποιαδήποτε από αυτές γίνεται αν το θελήσεις “ψυχή” δική σου, αμέσως κι επιτόπου.

20.191.Α

«Σε όλες τις πλατείες εκείνου του θαυμαστού νησιού υψώνονται βουνά από κοσμήματα, αρχίζοντας από τα διαμάντια με την ωραιότερη λάμψη, και καταλήγοντας στα πιο βαθύχρωμα τυρκουάζ, και κάθε “ψυχή” μπορεί να δανειστεί από εκεί ανεμπόδιστα όλα τα στολίδια που της αρέσουν.

«Σε άλλες πλατείες του μακαριότατου νησιού υψώνονται τεράστια βουνά από γλυκίσματα, ειδικά παρασκευασμένα με απόσταγμα “παπαρούνας” και “κάνναβης”, και οι ψυχές μπορούν να τα γεύονται οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας και της νύχτας.

20.191.Α

«Το νησί είναι απαλλαγμένο από αρρώστιες, και δεν υπάρχει φυσικά εκεί πέρα ούτε ίχνος από τις “ψείρες” και τους “κοριούς” που δεν αφήνουν εδώ κανέναν σε ησυχία και δηλητηριάζουν την ύπαρξή μας.

20.192.Α

«Όσο για το νησάκι, πάνω στο οποίο ο Κύριος Θεός στέλνει, για το υπόλοιπο της ύπαρξής τους, τις “ψυχές”, των οποίων τα προσωρινά μέλη και όργανα αμέλησαν μέσα στη τεμπελιά τους να ζήσουνε σύμφωνα με τις εντολές Του, αυτό ονομάζεται “Κόλαση”.

«Στο νησί αυτό όλα τα ποτάμια είναι ρετσίνι που έπιασε φωτιά. Ο αέρας βρωμάει παντού σαν τρομαγμένο βρωμοκούναβο. Σε κάθε πλατεία, σμήνη από απαίσια όντα σφυρίζουν συνέχεια με αστυνομικές σφυρίχτρες, και όλα τα “καθίσματα”, όλα τα “χαλιά” όλα τα “κρεβάτια” έχουν ψιλές βελόνες με τις μύτες προς τα έξω.

20.192.Α

«Κάθε “ψυχή” δεν παίρνει καθημερινά παρά μόνο μια πολύ αλμυρή γαλέτα· και πάνω στο νησί δεν υπάρχει ούτε μια σταγόνα πόσιμο νερό. Αναρίθμητα είναι τα βασανιστήρια που υποφέρει κανείς εκεί, και που τα γήινα όντα δε θα ήθελαν στην πραγματικότητα για τίποτα στον κόσμο να τα δοκιμάσουν ούτε στον ύπνο τους».

20.192.Α

Λοιπόν, παιδί μου, όταν έφτασα για πρώτη φορά στη χώρα Μαραλπλεϊσίς, όλα τα τρίμυαλα όντα ακολουθούσαν τη «Θρησκεία» που είχε οικοδομηθεί πάνω στο πρωτότυπο δόγμα για το οποίο σου μίλησα, κι αυτή η «θρησκεία» ανθούσε τότε σε όλο της το μεγαλείο.

20.192.Α

Ο σοφός αυτοκράτορας Κονιουτσιόν, που συνέλαβε τούτο το ευφυές δόγμα, είχε πια υποστεί το «ιερό Ρασκουάρνο»· μ’ άλλα λόγια, ήταν «νεκρός από πολύ καιρό».

Αλλά η επινόηση του είχε τόσο καλά ριζώσει εκεί πέρα, εξαιτίας του αλλόκοτου ψυχισμού των ευνοουμένων σου, ώστε ούτε ένα ον σ’ ολόκληρη τη χώρα Μαραλπλεϊσίς δεν αμφέβαλλε για την ορθότητα της πρωτότυπης αλήθειας της.

20.192.Α

Από την πρώτη μέρα που έφτασα στην πόλη Γκομπ άρχισα κι εκεί να επισκέπτομαι τα ντόπια «Κααλτανέ», που τα ’λεγαν αυτή τη φορά «Τσαϊχανέ».

20.192.Α

Πρέπει να σου πω ότι το έθιμο των θυσιών, όπως το ασκούσαν εκείνο τον καιρό στη χώρα της Μαραλπλεϊσίς, δεν ανθούσε τόσο πλατιά όσο στη χώρα της Τικλιαμουίς.

20.192-3.Α

Άρχισα λοιπόν ν’ αναζητώ στην πόλη Γκομπ ένα ον με το οποίο θα μπορούσα να συνδεθώ φιλικά, όπως είχα κάνει στην πόλη Κουρκαλάι.

Και δεν άργησα να βρω το φίλο που ζητούσα — αλλά, αυτή τη φορά, δεν επρόκειτο βέβαια για κάποιον αρχιερέα.

20.193.Α

Ο καινούργιος μου φίλος ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου «Τσαϊχανέ». Αν και συνδεθήκαμε, όπως λένε εκεί κάτω, με στενούς δεσμούς φιλίας, δεν αισθανόμουν γι’ αυτόν εκείνη την παράξενη «έλξη» που είχα νιώσει στην ουσία μου για τον αρχιερέα Αμπντίλ.

20.193.Α

Παρόλο που είχα πια υπάρξει για ένα μήνα στην πόλη Γκομπ, δεν είχα αποφασίσει τίποτα, ούτε και είχα κάνει κάτι πρακτικό για το σκοπό μου.

Με συντροφιά τον Αχούν, δεν έκανα τίποτ’ άλλο από το να περιφέρομαι στους δρόμους της πόλης και να επισκέπτομαι τα διάφορα Τσαϊχανέ, μαζί κι εκείνο του νέου μου φίλου.

20.193.Α

Όλο αυτό το διάστημα παρατηρούσα τα ήθη και τα έθιμα των όντων αυτής της δεύτερης ομάδας και μελετούσα τις λεπτομέρειες της θρησκείας τους· κι ακριβώς μέσω της θρησκείας τους αποφάσισα, ένα μήνα αργότερα, να πραγματοποιήσω το σχέδιό μου.

20.193.Α

Μετά από ώριμους συλλογισμούς, θεώρησα απαραίτητο να προσθέσω κάτι στο «θρησκευτικό δόγμα» που υπήρχε εκεί κάτω, σκοπεύοντας να διαδώσω για τα καλά ανάμεσά τους τις νέες ιδέες μου, όπως ακριβώς είχε κάνει κι ο σοφός αυτοκράτορας Κονιουτσιόν.

Σκέφτηκα λοιπόν ότι τα πνεύματα που ήτανε καλυμμένα με το «σκουφί-που-τα-κάνει-αόρατα», αυτά που επιβλέπουν τις ενέργειες και τις σκέψεις μας, σύμφωνα με τη διδασκαλία εκείνης της μεγάλης θρησκείας, είναι απλούστατα τα όντα με διαφορετικές μορφές που ζουν ανάμεσά μας.

Αυτά είναι που μας κατασκοπεύουν και αναφέρουν τα πάντα στον Κύριο Θεό μας.

20.193.Α

Κι εμείς οι άνθρωποι, όχι μόνο δεν τους δείχνουμε καθόλου το σεβασμό και τη λατρεία που τους πρέπει, αλλά φτάνουμε μέχρι το σημείο να καταστρέφουμε την ύπαρξή τους, τόσο για την τροφή όσο και για τις θυσίες μας.

20.193-4.Α

Με ιδιαίτερη έμφαση τόνιζα στα κηρύγματα μου ότι δεν πρέπει ποτέ να καταστρέφουμε την ύπαρξη όντων με διαφορετική μορφή προς δόξαν του Κυρίου Θεού, αλλά, αντίθετα, να προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε κάποιες αρετές στα μάτια τους και να τους απευθύνουμε προσευχές, ώστε τουλάχιστον να μην αναφέρουν στον Κύριο Θεό τα μικρά παραπτώματα που κάνουμε χωρίς να το θέλουμε.

20.194.Α

Άρχισα να διαδίδω αυτή τη συμπληρωματική ιδέα με όλα τα δυνατά μέσα, αλλά, εννοείται, με μεγάλη σύνεση.

Αρχικά χρησιμοποίησα, γι’ αυτό το σκοπό, το νέο μου φίλο, τον ιδιοκτήτη του Τσαϊχανέ.

Πρέπει να πούμε ότι το Τσαϊχανέ του ήταν ένα από τα μεγαλύτερα της πόλης και χρωστούσε τη φήμη του σε κάποιο κοκκινωπό ποτό που εκτιμούσαν πολύ τα όντα της Γης.

Έτσι ήταν πάντοτε γεμάτο πελάτες και ανοιχτό μέρα-νύχτα.

Εκεί ήταν ο τόπος συνάντησης όχι μόνο των κατοίκων της πόλης, αλλά και των ξένων επισκεπτών απ’ όλη τη χώρα της Μαραλπλεϊσίς.

20.194.Α

Σε λίγο έγινα ειδικός στο να πείθω όλους τους πελάτες του Τσαϊχανέ· σε μερικούς μιλούσα ιδιαιτέρως, ενώ σε άλλους απευθυνόμουν ομαδικά.

20.194.Α

Ο νέος μου φίλος, ο ιδιοκτήτης του Τσαϊχανέ, πίστεψε τόσο πολύ στην επινόησή μου ώστε οι τύψεις δεν τον άφηναν σε ησυχία.

Βασανιζόταν ασταμάτητα και μετανοούσε πικρά για την ασεβή στάση απέναντι στα όντα διαφορετικών μορφών, καθώς και για τον τρόπο που τα μεταχειριζόταν.

20.194.Α

Καθώς γινόταν από μέρα σε μέρα όλο και πιο ένθερμος ζηλωτής του δόγματός μου, όχι μόνο βοήθησε για να διαδοθεί από το δικό του Τσαϊχανέ, αλλά άρχισε από μόνος του να συχνάζει και στα άλλα Τσαϊχανέ της πόλης, για να κηρύττει εκεί την αλήθεια που τον έκαιγε.

Δίδασκε στις πλατείες της αγοράς, και επισκεπτόταν πολύ συχνά γι’ αυτό το σκοπό, στα περίχωρα της πόλης Γκομπ, μερικούς από τους πολυάριθμους Άγιους Τόπους εκείνης της εποχής, που κι αυτοί ήτανε φυσικά αφιερωμένοι στη μνήμη κάποιου, ή προς τιμήν ενός γεγονότος.

20.194.Α

Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως οι αφηγήσεις από τις οποίες πηγάζει η πίστη, αναφορικά με κάποιον Άγιο Τόπο, προέρχονται συνήθως από ορισμένα γήινα όντα που ονομάζονται «ψεύτες».

20.194-5.Α

Η αρρώστια του «ψεύδους» είναι πολύ διαδεδομένη εκεί κάτω.

Στον πλανήτη Γη λένε ψέματα, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα.

Συνειδητά, όταν αποσκοπούν σ’ ένα οποιοδήποτε κέρδος από αυτό το ψέμα· και ασυνείδητα, όταν προσβάλλονται από μιαν αρρώστια που εκεί κάτω την ονομάζουν «υστερία».

20.195.Α

Ο ιδιοκτήτης του Τσαϊχανέ δεν ήταν ο μόνος που ασυνείδητα μου πρόσφερε βοήθεια. Πολλά άλλα όντα της πόλης Γκομπ, τα οποία είχαν γίνει εκείνο το διάστημα κι αυτά επίσης ένθερμοι οπαδοί της θεωρίας μου, ενώθηκαν μαζί του· και σύντομα όλα τα όντα της δεύτερης ασιατικής ομάδας άρχισαν να διαδίδουν με ζήλο την επινόησή μου και να την αποδεικνύουν οι μεν στους δε σαν μια αναμφισβήτητη «αλήθεια», η οποία τους είχε πια αποκαλυφθεί.

20.195.Α

Το αποτέλεσμα ήταν ότι όχι μόνον ελαττώθηκαν οι θυσίες στη χώρα της Μαραλπλεϊσίς, αλλά ότι όλοι συμπεριφέρονταν απέναντι στα όντα που είχαν διαφορετική μορφή με μία άνευ προηγουμένου καλοσύνη.

20.195.Α

Σύντομα παρακολουθούσαμε σκηνές τόσο κωμικές, που ούτε κι εγώ ο ίδιος, που δημιούργησα εκείνη την επινόηση, δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα γέλια μου.

20.195.Α

Έβλεπε κανείς, για παράδειγμα, χαζομάρες αυτού του είδους:

Ένας αξιότιμος και πλούσιος έμπορος της πόλης Γκομπ πηγαίνει ένα πρωινό στο μαγαζί του καβάλα στο γάιδαρό του· στο δρόμο ένα μπουλούκι από όντα ορμάει πάνω σ’ αυτόν τον αξιότιμο έμπορο, τον πετάει κάτω από τον γάιδαρό του και τον κάνει του αλατιού, επειδή λέει είχε τολμήσει να καθίσει πάνω σ’ ένα γάιδαρο· έπειτα με βαθύτατες χαιρετούρες, το πλήθος συνοδεύει το ζώο ως εκεί που θέλει να πάει.

20.195.Α

Σ’ άλλη περίπτωση, ένας ξυλοκόπος οδηγεί στην αγορά τη βοϊδάμαξά του φορτωμένη με ξύλα.

Βρίσκεται κι αυτός στη στιγμή πεταγμένος κατά γης και κακοποιημένος, τα βόδια του τα ξεζεύουν με αβρότητα και τα αφήνουν να κάνουν βόλτες όπου τους αρέσει, ενώ τα ακολουθεί μια συνοδεία γεμάτη σεβασμό.

Κι αν τύχει το πλήθος να συναντήσει την άμαξα σ’ ένα σημείο της πόλης όπου, αν την παρατούσαν, θα μπορούσε να εμποδίζει την κυκλοφορία, τότε οι ίδιοι οι πολίτες τη σέρνουν μέχρι την αγορά κι εκεί την εγκαταλείπουν στην τύχη της.

20.196.Α

Η επινόησή μου προκάλεσε επίσης μέσα στην πόλη Γκομπ την εμφάνιση απολύτως καινούργιων συνηθειών.

Μια απ’ αυτές ήταν να βάζουν σε όλες τις πλατείες και σε όλα τα σταυροδρόμια της πόλης μια σκάφη, όπου όλοι οι κάτοικοι απόθεταν το πρωί τα καλύτερα εδέσματα του τραπεζιού τους για τους σκύλους και τ’ άλλα αδέσποτα ζώα· και το πρωί επήγαιναν με την ανατολή του ήλιου να πετάξουν στη Θάλασσα της Αφθονίας κάθε είδους τροφές για τα όντα που τα λένε «ψάρια».

20.196.Α

Αλλά η πιο παράδοξη συνήθεια ήτανε που ακούγανε με προσοχή τις φωνές κάθε είδους μονόμυαλου και δίμυαλου όντος.

Μόλις τις άκουγαν, άρχιζαν να πλέκουν εγκώμια για τους θεούς τους, με την ελπίδα ότι θα ευεργετηθούν.

Δεν είχε σημασία αν άκουγαν το λάλημα ενός κόκορα, το γάβγισμα ενός σκύλου, το νιαούρισμα μιας γάτας, ή τη στριγγλιά ενός πιθήκου… όλα αυτά τους έκαναν πάντα να τρέμουν.

20.196.Α

Είναι ενδιαφέρον να πω εδώ ότι ποτέ τους δεν ξεχνούσαν σε τέτοιες περιπτώσεις να σηκώνουν το κεφάλι και να στρέφουν τα μάτια τους προς τα πάνω, παρόλο που, σύμφωνα με τη θρησκεία τους, ο Θεός τους υπήρχε, όπως και οι βοηθοί Του, στο ίδιο επίπεδο με το δικό τους, και όχι προς την κατεύθυνση που έστρεφαν τα βλέματα και τις προσευχές τους.

Δεν υπήρχε πιο αστείο πράγμα από το να παρατηρείς τις εκφράσεις τους σε κάτι τέτοιες στιγμές…»

20.196.Α

— Επιτρέψτε μου, Σεβασμιότατε, είπε διακόπτοντας ο πιστός γερο-Αχούν, που άκουγε με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον την ιστορία του Βεελζεβούλ.

Θυμάστε, Σεβασμιότατε; Πόσες φορές δεν είχαμε προσκυνήσει, ακόμα κι εμείς οι ίδιοι, στους δρόμους της πόλης Γκομπ, όταν ακούγαμε κραυγές από όντα με διαφορετικές μορφές;»

20.196.Α

Σ’ αυτή την παρατήρηση ο Βεελζεβούλ απάντησε.

— Βεβαίως και το θυμάμαι, καλέ μου Αχούν. Είναι δυνατόν να ξεχάσει ποτέ κανείς τέτοιες κωμικές εντυπώσεις;

20.196.Α

Είναι γεγονός, συνέχισε, γυρίζοντας προς το Χασίν, ότι τα όντα του πλανήτη Γη είναι απίστευτα περήφανα κι ευερέθιστα. Αν κάποιος δεν συμφωνεί με τις απόψεις τους και αρνείται να φερθεί όπως αυτά, ή κατακρίνει τις εκδηλώσεις τους, τότε γίνονται έξω φρενών.

20.197.Α

Κι αν κάποιος ανάμεσά τους κατέχει κάποια εξουσία, θα διατάξει να πετάξουν οποιονδήποτε θα τολμούσε να φερθεί διαφορετικά ή να κατακρίνει τις ενέργειές του, μέσα σ’ ένα από εκείνα τα κτίρια όπου γενικά πολλαπλασιάζονται αυτά που ονομάζονται «ψείρες» και «ποντίκια».

20.197.Α

Μερικές φορές όποιος ενοχληθεί, αν του το επιτρέπει η σωματική του δύναμη — κι αν δεν επιτηρείται από κάποιον κάτοχο εξουσίας με υψηλότερη θέση από τη δική του, με τον οποίο δεν τα πάει πολύ καλά — ξυλοφορτώνει ανελέητα τον υβριστή, όπως ακριβώς κι ο Ρώσος Σιδώρ, μια ωραία πρωία, ξυλοφόρτωσε την αγαπημένη του κατσίκα.

20.197.Α

Επειδή λοιπόν γνώριζα καλά αυτή την όψη του αλλόκοτου ψυχισμού τους, δεν ήθελα να τους προσβάλω και να τους εξοργίσω. Δεχόμουν πάντοτε ότι το να προσβάλλεις το θρησκευτικό αίσθημα οποιουδήποτε είναι αντίθετο προς κάθε ηθική και, εφόσον ζούσα ανάμεσά τους, προσπαθούσα σε όλες τις περιστάσεις να κάνω ό,τι έκαναν κι αυτοί, για να μην ξεχωρίζω και τραβήξω έτσι την προσοχή τους.

20.197.Α

Θα ήταν καλό, μ’ αυτή την ευκαιρία, να ξεκαθαρίσω ότι λόγω των αφύσικων συνθηκών της συνηθισμένης ύπαρξης που καθιερώθηκαν από τους ευνοουμένους σου, τα μόνα τρίμυαλα όντα τα οποία αποκτούν φήμη και εμπνέουν σεβασμό πάνω σ’ εκείνο τον παράξενο πλανήτη, κυρίως κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, είναι εκείνα που εκδηλώνονται μ’ έναν τρόπο ακόμα πιο παράλογο από αυτόν της πλειοψηφίας. Κι όσο πιο ανόητες είναι οι εκδηλώσεις τους, όσο πιο κακοήθεις και αυθάδεις οι «παραδοξολογίες» τους, τόσο διασημότεροι γίνονται και τόσο μεγαλώνει ο αριθμός των όντων της ηπείρου τους, ακόμα και των άλλων ηπείρων, τα οποία τους γνωρίζουν προσωπικά, ή ονειρεύονται να τους γνωρίσουν.

20.197.Α

Αντίθετα, ένα ειλικρινές ον, που δεν παρασύρεται ποτέ σε παράλογες εκδηλώσεις, δεν έχει καμιά πιθανότητα να γίνει διάσημος, όσο καλό και συνετό κι αν είναι· ποτέ τα άλλα όντα δεν θα του δώσουν την παραμικρότερη σημασία.

20.197-8.Α

Έτσι, παιδί μου, τη στιγμή που ο Αχούν μας θύμισε, με τόση κακεντρέχεια, την κωμική θέση στην οποία μερικές φορές βρεθήκαμε, μιλούσαμε γι’ αυτήν ακριβώς τη συνήθεια που είχε εμφανιστεί εκεί κάτω, να δίνουν δηλαδή σημασία στις φωνές των όντων με διαφορετικές μορφές και ιδιαίτερα στη φωνή των «γαϊδουριών», τα οποία ήταν κάποτε πάρα πολλά μέσα στην πόλη Γκομπ.

20.198.Α

Πάνω σ’ εκείνο τον πλανήτη, τα όντα όλων των μορφών φωνάζουν το καθένα στην ώρα του. Έτσι, ο πετεινός λαλάει γύρω στα μεσάνυχτα· ο πίθηκος φωνάζει το πρωί, όταν πεινάει. Όσο για τα γαϊδούρια, αυτά γκαρίζουν όποτε τους καπνίσει. Η φωνή λοιπόν αυτών των κουτών όντων ακούγεται κάθε στιγμή της ημέρας και της νύχτας.

20.198.Α

Είχε λοιπόν καθιερωθεί στην πόλη Γκομπ, όλοι όσοι άκουγαν τη φωνή ενός γαϊδάρου να αντηχεί, έπρεπε να πέσουν αμέσως να προσκυνήσουν και να ψάλουν ύμνους προς το Θεό τους και προς τα σεβαστά τους είδωλα. Πρέπει να προσθέσω ότι τα γαϊδούρια έχουν πολύ δυνατή φωνή και ότι το γκάρισμά τους ακούγεται από πολύ μακριά.

20.198.Α

Έτσι, λοιπόν, όταν περπατώντας στους δρόμους της πόλης Γκομπ, βλέπαμε πολίτες να προσκυνούν στο παραμικρό γκάρισμά ενός γαϊδάρου, προσκυνούσαμε κι εμείς για να μη ξεχωρίζουμε· και τώρα καταλαβαίνω πως η γελοία αυτή συνήθεια διασκέδαζε τότε πολύ τον καλό μας Αχούν.

20.198.Α

Πρόσεξες, αγαπημένε μου Χασίν, με τι φαρμακερή χαρά και πόση ικανοποίηση ο φίλος μας μου θύμισε, μετά από τόσους αιώνες, την κωμική θέση που βρισκόμουνα τότε;»

20.198.Α

Μ’ αυτά τα λόγια ο Βεελζεβούλ ξανάπιασε μ’ ένα χαμόγελο το νήμα της διήγησής του:

20.198.Α

— Είναι περιττό να προσθέσω ότι σ’ εκείνο το δεύτερο πολιτιστικό κέντρο της ηπείρου Ασχάρκ, η συνήθεια των θυσιών σταμάτησε τελείως. Αν κατ’ εξαίρεση, γινόταν κάτι τέτοιο, τα ίδια όντα εκείνης της ομάδας τιμωρούσαν χωρίς οίκτο τους ενόχους.

20.198.Α

Με την πεποίθηση ότι είχα κατορθώσει να ξεριζώσω για πολύ καιρό, από τα όντα της δεύτερης ομάδας της ηπείρου Ασχάρκ, τη συνήθεια να προσφέρουν θυσίες, αποφάσισα να φύγω. Σκεφτόμουν όμως ότι έπρεπε οπωσδήποτε να επισκεφθώ κι άλλα μεγάλα κέντρα κατοικημένα από όντα της Μαραλπλεϊσίς, γι’ αυτό κι αποφάσισα να ανέβω την κοιλάδα του ποταμού «Νάρια-Τσι».

20.198-9.Α

Λίγο μετά από την απόφασή μου, πλεύσαμε, ο Αχούν κι εγώ, προς τις εκβολές αυτού του ποταμού. Σε κάθε στάση μας βεβαιωνόμασταν ότι τα όντα της πόλης Γκομπ είχανε κιόλας μεταδώσει όλες τις νέες συνήθειες και τις απόψεις τους σχετικά με την «προσφορά θυσιών», ότι αυτές καταστρέφουν την ύπαρξη όντων με διαφορετικές μορφές.

20.199.Α

Φτάσαμε τελικά σε μια μικρή πόλη που ονομαζόταν «Αργκουενία», την οποία εκείνο τον καιρό τη θεωρούσαν το πιο απομακρυσμένο μέρος της Μαραλπλεϊσίς.

Σ’ αυτή την πόλη κατοικούσαν πολλά όντα από τη δεύτερη ασιατική ομάδα, των οποίων η κύρια απασχόληση ήταν να παίρνουν από τη φύση την πέτρα που ονομάζεται «τυρκουάζ».

20.199.Α

Μέσα στη μικρή πόλη Αργκουενία, άρχισα, όπως πάντα, να συχνάζω στα διάφορα Τσαϊχανέ, συνεχίζοντας εκεί, όπως κι αλλού, τις αναγκαίες προσπάθειες για την εκπλήρωση του σκοπού μου.